Σωματείο Ελλήνων Υπηκόων Απελαθέντων εκ Τουρκίας

50 χρόνια από τις Απελάσεις των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης
Ντοκιμαντέρ παραγωγής του Σωματείου Ελλήνων Υπηκόων Απελαθέντων εκ Τουρκίας


ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΑΠΕΛΑΣΕΩΝ ΤΟΥ 1964

χειροποίητη δημιουργία της κ. Ειρήνης Πρίντεζη
στον 1ο όροφο του Πνευματικού Κέντρου Κωνσταντινουπολιτών






ΣΩΜΑΤΕΙΟ  ΕΛΛΗΝΩΝ  ΥΠΗΚΟΩΝ  ΑΠΕΛΑΘΕΝΤΩΝ  ΕΚ  ΤΟΥΡΚΙΑΣ

 

Το Σωματείο Ελλήνων Υπηκόων Απελαθέντων εκ Τουρκίας, ιδρύθηκε το 1964, στην Αθήνα.

 


ΤΑ  ΙΔΡΥΤΙΚΑ  ΜΕΛΗ  ΤΟΥ  ΣΩΜΑΤΕΙΟΥ

 

Από τα ιδρυτικά μέλη του Σωματείου, μπορούμε να αναφέρουμε τους


    
Νικόλαο Τζαβούρη                           Αλέξανδρο Τζαβούρη

Νικόλαο Κάτανο                               Δημήτριο Μαδιανό 

Ελευθέριο Βελισσάριο                      Σπυρίδων Σπύρου 

Γεώργιο Τσιτούρη                            Γεώργιο Δεδέκα 

Γεώργιο Ρούσσο                                Στέργιο Κάτανο 

Κωνσταντίνο Στούπο                        Χάρη Σουρμελή 

Λυκούργο Λεβαντή                           Χριστόφορο Κυρίου 

Κωνσταντίνο Μπριόλα                    Πέτρο Καλογερά 

Κωνσταντίνο Σίμα                            Δημήτριο Σακελλάριο 

Νικόλαο Αρκουδάρη                        Ανδρέα Κολιό κ.α.




Τι  επιδιώκουμε

 

           Οι σκοποί του Σωματείου συνοψίζονται:

           α) Σε προάσπιση των συμφερόντων των μελών δια παραστάσεων ενώπιον των αρμοδίων αρχών.

           β) Σε εξεύρεση πόρων για την κατά το δυνατόν ηθική και υλική ενίσχυση των εχόντων ανάγκη μελών.

           γ) Σε προαγωγή της πνευματικής, φιλανθρωπικής και ηθικής συνειδήσεως των μελών.

           δ) Σε διοργάνωση ψυχαγωγικών εκδηλώσεων και

           ε) Σε άσκηση πίεσης προς τις Τουρκικές Κυβερνήσεις ώστε να παραδεχθούν δημόσια τα εκβιαστικά μέτρα που ασκήθηκαν κατά την περίοδο 1955 - 1964 εναντίον των Ελλήνων τους οποίους απέλασαν χαρακτηρίζοντάς τους ως δήθεν προδότες, δήθεν κακοποιούς και δήθεν εχθρούς.

           Οι ομαδικές απελάσεις των Ελλήνων υπηκόων από την Τουρκική κυβέρνηση το 1964, δεν είναι ένα αυτοτελές και ανεξάρτητο γεγονός. Επιβάλλεται να αξιολογηθεί μέσα στο γενικότερο πλαίσιο του ευρύτερου προγραμματισμού της βίαιης εκρίζωσης του Ελληνισμού από την προαιώνια κοιτίδα του, ως φυσική οντότητα και ως πολιτιστικού σημαινόμενου!

           Πρόκειται για έναν προγραμματισμό που συντάχθηκε και εκτελέστηκε με πείσμα και συνέπεια σε διάφορες φάσεις και στάδια από την ίδια ιδεολογική συμμορία των παντουρκιστών, ανεξάρτητα της συγκυριακής και ψευδεπίγραφης διαφορετικής πολιτικής της έκφρασης.

           Και οι απελαθέντες αποτέλεσαν ένα νέο σώμα προσφύγων.

 

Κατάφωρη παραβίαση

 

            Οι απελάσεις αποτέλεσαν κατάφωρη παραβίαση της Συνθήκης της Λωζάννης.

            Οι Έλληνες πολίτες παρέμεναν στην Κωνσταντινούπολη βάσει της Ελληνοτουρκικής Σύμβασης Εγκατάστασης, Εμπορίας και Ναυσιπλοΐας της 30 Οκτωβρίου 1930, την οποία κατήγγειλε μονομερώς η Άγκυρα στις 16 Μαρτίου 1964, απελαύνοντας από το έδαφός της τους Έλληνες πολίτες…

            Οι Τούρκοι δεν επέτρεψαν στους απελαυνομένους να πάρουν τίποτα μαζί τους πλην του ατομικού των ιματισμού.
 

Κατασχέθηκαν όλα τα περιουσιακά τους στοιχεία!!!

 
            Ήλθαν στην Ελλάδα σχεδόν πτωχοί.

            Ευτυχώς, στην μεγάλη πληγή των απελαθέντων, υπήρξε βάλσαμο, το Σωματείο Απελαθέντων, το οποίο παρά τις δυσχέρειες και αντιξοότητες, μπόρεσε να γίνει μία κυψέλη δράσεως, παρηγοριάς και ενισχύσεως χάρις στους αγώνες εκείνων που το διοικούσαν…

            Το Σωματείο προσπάθησε να επουλώσει, κατά το δυνατόν, τα τραύματα όσων δυστυχούσαν και αναξιοπαθούσαν, από τους απελαθέντες.

            Παρά τις δυσχέρειες, οι απελαθέντες Έλληνες Κωνσταντινουπολίτες έχοντας τον τίτλο τιμής του Απελαθέντος, αγωνίσθηκαν αόκνως και εντίμως ως νομοταγείς φιλήσυχοι και εργατικοί πολίτες.

            Και με την φιλεργία και έμφυτη παραγωγικότητα η οποία τους διακρίνει, πέτυχαν να ορθοποδήσουν και πάλι, τόσο στην Ελλάδα, όσο και στο εξωτερικό.

            Θα ήταν παράληψη, αν δεν λέγαμε λίγα λόγια σχετικά με την ίδρυση στην Κωνσταντινούπολη, τη σταδιοδρομία και τις δραστηριότητες του «Σωματείου Ευποιίας της Ελληνικής Παροικίας Κωνσταντινουπόλεως – Ελληνική Ένωσις», όπως ήταν ο πλήρης τίτλος του, επειδή, το Σωματείο εκείνο, υπήρξε, ουσιαστικά, το μητρικό για μας Σωματείο, του οποίου την ιστορική συνέχεια απετέλεσε, μετά τις απελάσεις, το ιδρυθέν, εδώ στην Αθήνα «Σωματείο Ελλήνων Απελαθέντων εκ Τουρκίας».

            Η «Ελληνική Ένωσις» της Πόλης, ιδρύθηκε στις 27 Δεκεμβρίου του 1933.

            Ο Διοικητικός μηχανισμός του Σωματείου της εποχής εκείνης, είχε να επιδείξει αξιόλογο έργο. Σοβαρές και επιτυχημένες δραστηριότητες σε όλους τους τομείς, μέσα στα πλαίσια που καθορίζουν τα άρθρα του Καταστατικού του, εγκεκριμένου από τις Τουρκικές αρχές. Δραστηριότητες που άρχιζαν από την ευποιία και συμπληρώνονταν με τις πνευματικές και πολιτιστικές εκδηλώσεις και εορτασμούς εθνικού χαρακτήρα.

            Τα μέλη της «Ελληνικής Ένωσης», αντιπροσώπευαν όλο το φάσμα απασχόλησης της Ελληνικής μειονότητας της Πόλης: Από τον απλό εργατοτεχνίτη,  υπάλληλο, επαγγελματία, μέχρι

τον έμπορο, τον επιχειρηματία, τον βιομήχανο και τον άνθρωπο του πνεύματος και της τέχνης.

            Το κύριο όμως χαρακτηριστικό που εντυπωσίαζε, ήταν η ηλικιακή σύνθεση των μελών της. Ο μεγάλος αριθμός των νέων ανθρώπων, δηλαδή ο ενεργός πληθυσμός της Ελληνικής κοινωνίας της Πόλης.

            Στην Ελλάδα, σήμερα, το Σωματείο Απελαθέντων μετά από 54 χρόνια γόνιμης και δραστήριας δράσης, συνεχίζει την πορεία του και εφαρμόζει τους καταστατικούς σκοπούς του.

            Επί πλέον, το Σωματείο μας, από κοινού με τον  Νέο Κύκλο Κωνσταντινουπολιτών, έχει ιδρύσει και λειτουργεί και το Πνευματικό Κέντρο Κωνσταντινουπολιτών στην οδό Δημ. Σούτσου 46 στους Αμπελόκηπους, που ανεγέρθηκε σε ιδιόκτητο οικόπεδο το οποίο τους παραχώρησε η Ελληνική Πολιτεία και κτίσθηκε από διάφορες δωρεές των Κωνσταντινουπολιτών που διαβιούν στην Αθήνα.





ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ  ΑΠΕΛΑΘΕΝΤΩΝ


Μαρτυρία

Θα θυμηθούμε και θα ζήσουμε για λίγο τα γεγονότα που μας συγκλόνισαν. 

Όχι πως πρέπει να ζούμε με αυτά, αλλά δεν πρέπει και να τα ξεχνάμε.

Το 1964 ξεκινάει ένας καινούργιος ξεριζωμός για τους Έλληνες της Πόλης. Γράφεται μια νέα μαύρη σελίδα. Φυσικά όλα αυτά ήταν προγραμματισμένα από χρόνια. 

Διώχνοντας έναν Έλληνα υπήκοο αυτομάτως φεύγει όλη η οικογένεια και έτσι ξεκληρίζονται πιο εύκολα και γρήγορα. Αδειάζει η Πόλη από τους Έλληνες, τους οποίους όμως δεν σκέφτηκε κανείς. Κανένας δεν τους ρώτησε αν θέλουν να ξεριζωθούν. Σπιτικά ετών, οικογένειες ριζωμένες βαθιά, διώχθηκαν και ξανάφτιαξαν το σπιτικό τους μακριά από την πατρίδα τους.

Ποια κυβέρνηση ενδιαφέρθηκε για αυτούς; Και δεν είναι μόνο το ’64. Προηγείται το Varlik vergisi (φόρος περιουσίας), το 1955 «τα Σεπτεμβριανά» όπου έγιναν κομμάτια τα πάντα. Σπίτια, εκκλησίες, μαγαζιά, σχολεία, βιασμοί, ανοίγανε τους τάφους και μαχαιρώνανε τους νεκρούς μας. Το χάος!

Με αποκορύφωμα το 1964, έβαλαν μπρος το σχέδιο «ξεριζωμού των Ελλήνων». Φυσικά και ήταν προγραμματισμένο! Δεν ξύπνησε ένα πρωί ο πρωθυπουργός της Τουρκίας και είπε «Σήμερα ξεκληρίζω τους Έλληνες!» Τα συμφέροντα των κυβερνήσεων τα πληρώνουν πάντα οι λαοί.

Και έτσι αρχίζει ένας νέος Γολγοθάς για τους Ρωμιούς της Πόλης οι οποίοι μόλις είχαν κάπως ηρεμήσει από το 1955. Άντε πάλι απ’ την αρχή. Έχουν καταγραφεί στη μνήμη μου γεγονότα που δεν μπορεί να τα σβήσει ο χρόνος. Είναι πληγές που δεν κλείνουν ποτέ.

Τον Απρίλιο του 1964 κατέβασαν τα κεπένγκια (ρολά πρόσοψης) στο μαγαζί του πατέρα μου και του απαγόρεψαν να περνάει απ’ έξω.

Ήταν η αρχή του ξεριζωμού της δικής μου οικογένειας. Ανήμερα της γιορτής μου, 5 Μαΐου, οι γονείς μου έδιωξαν τον αδελφό μου για να μην υπηρετήσει τον τουρκικό στρατό.

Θυμάμαι υπήρχε ένα πρακτορείο ταξιδίων στο Ταξίμ. Εκεί λοιπόν κάθε Δευτέρα βράδυ γινότανε θρήνος. Φεύγανε τα παιδιά μας στο άγνωστο για να γλιτώσουν τη στράτευση. Κλαίγανε οι μανάδες, οι πατεράδες, τα αδέλφια, οι φίλοι. Οι Τούρκοι το ήξεραν αυτό, όμως δεν μιλούσαν, γιατί φυσικά τους βόλευε.

Εκείνο ήταν το τελευταίο καλοκαίρι στην Πόλη μου. Δεν πήγαμε στη Χάλκη όπως κάθε χρόνο, γιατί έπρεπε να πουλήσουμε τα υπάρχοντά μας. Όλοι οι Έλληνες υπήκοοι πουλούσαν το βιος τους, τη ζωή τους. Αποτέλεσμα, να βλέπεις έξω απ’ τα σπίτια τους έπιπλα, κρεβάτια, γυαλικά, ό,τι έχει ένα σπίτι, να πουλιούνται για δεκάρες. 

Και στους δρόμους κρεμασμένα τα πανώ, να γράφουν «Vatandas bu dukanin sahibi gayri muslimalis veris etme» (Πολίτη, αυτού του μαγαζιού ο ιδιοκτήτης είναι αλλόθρησκος, μην κάνεις αγοραπωλησία!) ή «Vatandas turkce konus» (Πολίτη μίλα τούρκικα).

Φυσικά στο δρόμο πολλές φορές μεταξύ μας μιλούσαμε τούρκικα. Οι γονείς μου, μου είχαν απαγορέψει να κυκλοφορώ μόνη μου μετά τις 7 και μισή. Υπήρχε στην ατμόσφαιρα ένα κλίμα φόβου και ανασφάλειας.

Μπήκαν τα κοράκια στο σπίτι μας και αγόραζαν για δεκάρες τα πάντα. Το σπίτι μας που δεχόταν φίλους, συγγενείς τις γιορτές, την Πρωτοχρονιά και ήταν όλο χαρές και γέλια, γυμνώθηκε, έμεναν μόνο τα ντουβάρια.

Θυμάμαι τον πατέρα μου ο οποίος ήταν ένας άνθρωπος ήσυχος, γελαστός πάντα, ποτέ δεν θυμάμαι να ύψωσε τη φωνή του, ν’ ανοίγει τα ξύλινα κλουβιά και να διώχνει τα πουλάκια, να βάζει κάτω τα κλουβιά και να τα κάνει κομμάτια και ύστερα να κλαίει!

Και ήρθε η μέρα που θα αποχωριζόμουνα την πατρίδα μου με τον χειρότερο τρόπο χωρίς να με ρωτήσουν αν θέλω να ξεριζωθώ, χωρίς να ξέρω αν θα την ξαναδώ ποτέ.

5 Σεπτεμβρίου 1964 κάναμε το σπίτι μας βαλίτσες και με τη μάνα μου κατεβήκαμε στο Sirkeci (σταθμός τρένου). Ήρθαμε νωρίτερα στην Ελλάδα να βρούμε ένα κατάλυμα μέχρι ν’ απελαθεί ο μπαμπάς. Στον σταθμό ήρθαν φίλοι, συγγενείς, γείτονες να μας αποχαιρετήσουν. Δεν θα ξεχάσω τη σκηνή όταν ξεκίνησε το τρένο· τον πατέρα μου να μου κρατάει το χέρι και να τρέχει με τον φόβο να σκοτωθεί. Είχε μείνει μόνος πια περιμένοντας την απέλαση.

Στα σύνορα άλλο σενάριο. Ανοίγανε τις βαλίτσες, πετούσαν έξω ρούχα, γυαλικά, ό,τι έβρισκαν.

Τα χαλιά μας τα είχαμε πληρώσει σε κάποιον Τούρκο να μας τα περάσει στην Ελλάδα. Πάνε κι αυτά! Τα πήραμε αργότερα αφού τα ξαναπληρώσαμε…

Μπήκαμε στην Ελλάδα κι όπως περνούσαμε από τα χωριά μας φώναζαν: «Ερχόσαστε από την Πόλη; Τους βλέπετε αυτούς; Είναι Τούρκοι! Τους έχουμε αγκαλιά κι εσάς σας έδιωξαν;»

Φτάσαμε στην Αθήνα. Άγνωστοι μεταξύ αγνώστων. Ήρθαμε σαν «γκιαούρηδες» από την Πόλη κι εδώ γίναμε «τουρκόσποροι».

Πήγαμε στη Φιλαδέλφεια όπου είχαμε δικούς μας ανθρώπους. Βρήκαμε ένα σπίτι, κάτι έπιπλα, τα μάζεψε η μάνα μου, έβαλε και τις βαλίτσες, έγινε σπίτι!

Τον Οκτώβριο ήρθε κι ο μπαμπάς. Βγήκαμε όλοι στη δουλειά. Με ενοχλούσε αφάνταστα όταν με αποκαλούσαν τουρκόσπορο.

Ήταν Πρωτοχρονιά, θυμάμαι, η πρώτη μακριά από την πατρίδα και τη θαλπωρή του σπιτιού μου. Δούλευα εποχιακά σε ένα μαγαζί με παιχνίδια. Σχόλασα πολύ αργά. Πήγαινα σπίτι, φυσούσε, ψιλοχιόνιζε. Ο κόσμος στα σπίτια διασκέδαζε, γελούσε, περίμενε τον καινούργιο χρόνο κι εγώ περπατούσα, κρύωνα κι έκλαιγα…

Περιμέναμε όλη η οικογένεια στις 12 ν’ ακούσουμε τις κατσαρόλες να χτυπάνε για να διώξουν τον παλιό χρόνο.

Τίποτα… Νέκρα! Νέκρα και στις ψυχές μας…

Ο καημένος ο πατέρα μου δεν συνήλθε ποτέ. Ξυπνούσε με εφιάλτες και φώναζε τούρκικα. Αλλά και η μάνα μου δεν προσαρμόστηκε εύκολα. Πήγαινε στον μπακάλη και ζητούσε lemontozu (ξινό) και ampula (λαμπτήρα) κι αυτός την κορόιδευε.

Και εγώ πολλές φορές ονειρεύομαι ότι είμαι στην Πόλη αλλά όταν ξυπνάω, η γλύκα του ονείρου γίνεται πίκρα και νοσταλγία για τον τόπο που γεννήθηκα κι από τον οποίο εκδιώχθηκα βάναυσα.

Οι Πολίτες, οι Κωνσταντινουπολίτες είμαστε εργατικοί, φιλότιμοι και φιλόξενοι, αγωνιστές, έχουμε τις τέχνες μας, την ξακουστή κουζίνα μας, την κουλτούρα μας. Φέραμε την προίκα μας ερχόμενοι στην Ελλάδα και νομίζω ότι συμβάλαμε στην ανάπτυξή της. 

Αυτό πρέπει να το περάσουμε στα παιδιά μας. Να είναι περήφανα για την καταγωγή του. Εγώ προσωπικά καμαρώνω που είμαι Πολίτισσα.

  

Ειρήνη Πρίντεζη - Φράγκου

Μέλος Διοικ. Συμβουλίου του

Σωματείου Ελλήνων Υπηκόων

Απελαθέντων εκ Τουρκίας



Δεν ξεχνώ

17 Ιουλίου 1964–17 Ιουλίου 2016

    Εφέτος συμπληρώνονται 52 χρόνια από τις απελάσεις, γι’ αυτό θέλησα να σας διηγηθώ την εμπειρία μου από την απέλασή μου.

    Εμείς, που ήμασταν μόνιμοι κάτοικοι έπρεπε κάθε ένα ή δύο χρόνια να ανανεώνουμε την άδεια παραμονής, τον «βεσικά» όπως λεγόταν. Για την ανανέωση έπρεπε να έχουμε το πιστοποιητικό ιθαγένειας από το Προξενείο, τη διαμονή, η οποία είχε τα στοιχεία μας στα ελληνικά και στα τουρκικά. Χωρίς το έγγραφο της διαμονής δεν ανανέωναν την άδεια παραμονής μας. Ξαφνικά, το 1961, αντί για έγγραφο διαμονής μας ζητούν διαβατήριο και όσοι δεν είχαν αναγκάστηκαν να βγάλουν. Δηλαδή από το 1961 ετοιμαζόντουσαν να μας διώξουν.

    Έτσι φθάσαμε στο 1964, που τον Σεπτέμβριο έληγε η συμφωνία που είχε υπογραφεί το 1930 «Περί εγκαταστάσεως και εργασίας», την οποία θα καταγγέλανε και δεν θα ανανέωναν, όπως και έγινε. Γι’ αυτό πριν γίνει η καταγγελία άρχισαν από τον Μάρτιο τις απελάσεις.

    Στην αρχή έδιωχναν μικρό αριθμό, δέκα-δώδεκα άτομα. Μεταξύ των πρώτων ήταν και δύο ιεράρχες του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ο Φιλαδελφείας Ιάκωβος Τζαναβάρης κα

ι ο επίσκοπος Σελευκείας Αιμιλιανός Ζαχαρόπουλος. Μετά άρχισε ο αριθμός να μεγαλώνει και να γίνεται πενήντα, εκατό, διακόσια, κ.τ.λ.


    Κάθε φορά που έβγαινε η λίστα με ονόματα απευλαυνομένων, την έπαιρναν οι απογευματινές εφημερίδες, που κυκλοφορούσαν στις 4-5 το απόγευμα, και τη δημοσίευαν. Έδιναν τα αντίτυπα των εφημερίδων σε παιδιά 9-12 ετών να τα πουλήσουν. Οι εφημερίδες αυτές ήταν οι Istanbul Ekspres, η Son Saat και κάποιες άλλες.

    Τα παιδιά έτρεχαν στους δρόμους και φώναζαν: «Liste çikti yazıyor, hubut dısı edilen Yunanlıları yazıyor», δηλαδή: Νέα λίστα με ονόματα Ελλήνων που διώκονται εκτός συνόρων.

    Εμένα η άδεια παραμονής έληγε μέσα Μαΐου. Όταν πήγα για την ανανέωση μου είπαν ότι δεν μπορούν να την ανανεώσουν και ότι θα με ειδοποιήσουν. Έτσι φθάσαμε στις 17 Ιουλίου 1964, ημέρα Παρασκευή, όπου ενώ ετοιμαζόμουν το πρωί να φύγω για τη δουλειά, κτυπά η πόρτα και έρχεται ο κουνιάδος μου με τη Cumhuriyet, η οποία είχε λίστα 199 ατόμων, μεταξύ των οποίων ήμουν και εγώ.

    Βέβαια, ψυχολογικά ήμουν έτοιμος και το περίμενα, όπως και η σύζυγος και η μητέρα μου, αλλά αιφνιδιάστηκα και κλονίστηκα. Κάθισα σε μια καρέκλα ώσπου να μου περάσει το σοκ, όταν συνήλθα σηκώθηκα και πήγα στη δουλειά μου. Εργαζόμουν σε ένα εμπορικό με γυναικεία υφάσματα, στο Γαλατά σαράι, μεταξύ του «Rekor» και του «Elisi». Ήταν το «Celik». Στο «Elisi» ήταν προϊστάμενος ο Γιάννης ο Μπούκης, ο οποίος ήταν και εκείνος στη λίστα μαζί μου. Πιάσαμε κουβέντα και αποφασίσαμε να πάμε μόνοι μας να παρουσιαστούμε στο Τμήμα Αλλοδαπών της Γενικής Ασφάλειας, το 4cü (4ο Τμήμα Ασφάλειας), που ήταν τότε μεταξύ Sirkeci και Eminönu.

    Με το που φύγαμε, πήγε στην εργασία μας αστυνομικός υπάλληλος και μας ζητούσε, γιατί έτσι γινόταν, ο αστυνομικός να μας πάρει και να μας συνοδέψει στην Αστυνομία για τα περαιτέρω. Όταν παρουσιαστήκαμε μας πήραν υπάλληλοι της υπηρεσίας, τον καθένα μας χωριστά.

    Όταν κ

άθισα δίπλα στον αστυνομικό υπάλληλο, άρχισε να γράφει στη γραφομηχανή τα στοιχεία μου, τη διεύθυνσή μου, κ.τ.λ., αλλά αυτός έγραφε, έγραφε, έγραφε. Με την άκρη του ματιού μου προσπάθησα να ρίξω μια ματιά, αλλά το κατάλαβε και γυρνά και μου λέει: «Okumayın sizi alakadar etmez», δηλαδή, μη διαβάζετε, δεν σας ενδιαφέρει.


    Ναι, αλλά μας βάζανε και υπογράφαμε ένα άγνωστο κείμενο, πολλές φορές με τη βία ή και με ξυλοδαρμό. Ακολούθησε η φωτογράφηση, ανφάς και προφίλ, με έναν αριθμό στο στήθος σαν να ήμουν κλέφτης ή φονιάς. Κατόπιν μου πήραν δακτυλικά αποτυπώματα, μου μέτρησαν το ύψος, σημείωσαν τα χαρακτηριστικά μου, το χρώμα των ματιών, των μαλλιών μου και κοίταξαν αν έχω χρυσά δόντια. Αν είχα θα μου τα έβγαζαν;

    Όταν κάποια στιγμή τελειώσαμε, μαζί με δύο ακόμη άτομα που δεν θυμάμαι ποιοι ήταν, συνοδεία αστυνομικού μας επιβίβασαν σε ένα ταξί (το οποίο πληρώσαμε εμείς) και μας πήγαν στο κεντρικό Τμήμα της περιοχής μας, που ήταν στο Bursa σοκάκι (Beyoglou Emiyet Amirligi).

    Αφού ο συνοδός αστυνομικός έδωσε κάποια έγγραφα και μας παρέδωσε, ο αστυνομικός του Τμήματος μας ζήτησε τον «βεσικά» που τον κράτησε. Μας είπε μετά ότι έως τις 24 Ιουλίου (24/7/1964) έπρεπε να εγκαταλείψουμε τη χώρα και ότι αφού φέρουμε το εισιτήριο με ημερομηνία και ώρα αναχώρησης, τότε θα μας δώσουν τον «βεσικά».

    Αφού φύγαμε από εκεί πήγαμε στο Προξενείο, που ήταν πολύ κοντά, αλλά ήταν σχεδόν βράδυ και το Προξενείο ήταν κλειστό. Στη συνέχεια πέρασα από την εργα-σία μου και είπα τα καθέκαστα. Γύρισα σπίτι εξουθενωμένος, όπου με περίμεναν χωρίς να ξέρουν που βρίσκομαι και τι γινόμουν, η σύζυγος και η μητέρα μου.

    Την επόμενη μέρα μαζί με τη σύζυγό μου πήγα στο Προξενείο, όπου μας δέχθηκε ο Γενικός Πόξενος Χρυσανθόπουλος και μας καθοδήγησε τι πρέπει να κάνουμε. Μου ετοίμασαν το διαβατήριό μου, που έχει μια σφραγίδα με κόκκινα γράμματα: «Ο κάτοχος του παρόντος απελαύνεται υπό των τουρκικών Αρχών». Κατόπιν πήγα στην «Ολυμπιακή» και έβγαλα το εισιτήριο για τις 23 Ιουλίου, το πήγα στην Αστυνομία και μου έδωσαν τον «βεσικά».

    Τότε ο καθένας είχε δικαίωμα να ετοιμάσει ένα μπαούλο, να το πηγαίνει στο τελωνείο το Sirkesi και με φορτωτική να το στέλνει στην Ελλάδα. Έτσι κάναμε και εμείς, όταν φθάσαμε στο τελωνείο το αφήσαμε στην πλατφόρμα του τρένου, στην ύπαιθρο. Εκεί ήταν ένας στρατιώτης με το όπλο του (δεν θυμάμαι αν υπήρχε στρατιωτικός νόμος). Μας είπε να περιμένουμε να έρθει ο τελώνης για έλεγχο. Κάποια στιγμή φθάνει ένας κακομούτσουνος και με ύφος μας λέει να το ανοίξουμε. Μέσα είχαμε βάλει διάφορα ρούχα, γυαλικά και ένα χαλάκι. Όταν είδε το χαλί, άρχισε να φωνάζει: «Bu gitmez», δηλαδή αυτό δεν φεύγει.

    Αφού έκανε όλα τα πράγματα φύλλο και φτερό, βρίζοντας την Ελλάδα και τον τότε πρωθυπουργό Γεώργιο Παπανδρέου (παππού), φερόταν σε μας με τον πιο χυδαίο τρόπο. Μετά μας είπε να βάλουμε τα πράγματα μέσα, σφράγισε το μπαούλο, πληρώσαμε τη φορτωτική, πήραμε το χαλί και φύγαμε.

    Ετοιμάσαμε τις δύο βαλίτσες που είχα δικαίωμα να πάρω, στις οποίες έβαλα πά-λι ένα μικρότερο χαλί. Όταν φθάσαμε στο αεροδρόμιο, αφού αποχαιρέτησα τη σύζυ-γο, τη μητέρα μου και λοιπούς συγγενείς, μπήκα στην αίθουσα για έλεγχο των αποσκευών. Είχε πολύ κόσμο και περίμενα αρκετή ώρα. Πριν από εμένα ήταν μια οικογένεια τριών ατόμων, έξι βαλίτσες. Ήταν ο σύζυγος, η σύζυγος και η κόρη τους. Αυτές είχαν πάρει και καλλυντικά. Αφού τους κάνανε φύλλο και φτερό τις βαλίτσες, μετά άρχισαν να ανοίγουν ένα-ένα τα βαζάκια με τις κρέμες και να βάζουν τα δάκτυλά τους μέσα, μήπως είχαν βάλει στα βαζάκια τίποτα χρυσές ή δακτυλίδια.

    Αφού τελείωσαν ήρθε η σειρά μου.
    Έτυχε ένας πολύ ευγενικός και σχεδόν νέος, περίπου στην ηλικία μου, ελεγκτής. Μόλις άνοιξε τη βαλίτσα και είδε το χαλί, μου λέει αυτό δεν φεύγει. Τότε του είπα ότι εκεί που πηγαίνω δεν ξέρω τι θα συναντήσω. Αυτό το χαλί μπορεί να το βάλω κάτω και να κοιμηθώ. Αφού έκανε τον έλεγχο, στο τέλος βάζει μόνος του το χαλί μέσα, κλείνουμε τις βαλίτσες και μου λέει: «Ayde, güle, güle».

    Αφού μου έγινε και σωματικός έλεγχος, κατευθύνομαι προς την έξοδο για το αεροπλάνο. Εκεί πρέπει να παραδώσω τον «βεσικά» μου. Τον παραδίδω, τον κοιτάζει ο αστυνομικός και μου λέει: «Cezalısın» και πρέπει να πληρώσω πρόστιμο. Τον ερωτό τον λόγ
ο και μου απαντά ότι η άδεια έχει λήξει εδώ και δύο μήνες, γι’ αυτό και πρέπει να πληρώσω. Δεν θυμούμαι αν ήταν 15 ή 25 λ.Τ. Τότε μου δίνουν άδεια, βγαίνω έξω, ζητώ από τη γυναίκα μου το ποσόν, το δίνω και φεύγω. Μαζί μου είχα 200 λ.Τ., αν έδινα το πρόστιμο, τι θα μου έμενε; Οι 200 λίρες ήταν 430 δραχμές.

    Το αεροπλάνο ήταν σχεδόν γεμάτο, κατά 85-90%, από απελαθέντες. Μόλις φθάσαμε στο Ελληνικό, άλλες συγκινήσεις. Είχαν μαζευτεί καμιά εικοσιπενταριά άτομα από παλαιότερους απελαθέντες, που πήγαιναν κάθε φορά στο αεροδρόμιο να βλέπουν και να καλωσορίζουν τους νέους απελαθέντες.

    Το απόγευμα ο θείος μου με πήρε μαζί του στο κατάστημά του. Όταν φθάσαμε κοντά στην Ομόνοια, εκεί στην πλατεία Βάθης, μου έδειξε ένα μικρό καφενείο, που ήταν μαζεμένοι πολλοί άνθρωποι. Ήταν το καφενείο του Σουρμελή, απελαθής από τους πρώτους. Άνοιξε αυτό το καφενείο και μαζευόντουσαν όλοι οι απελαθέντες. Έτσι και εγώ άρχισα να πηγαίνω πριν και μετά που έπιασα δουλειά στο πολυκατάστημα «Athenee», στη Σταδίου.

    Σ’ αυτό το καφενείο ή μάλλον στη μικρή πλατεία ιδρύθηκε το Σωματείο Ελλή-νων Υπηκόων Απελαθέντων εκ Τουρκίας, με πρώτο πρόεδρο τον Γεώργιο Ρούσ-σο. Εκεί στην Αριστοτέλους 10, ακριβώς μπροστά στο καφενείο, σε ένα δωμάτιο μικρό, εγκαταστάθηκε το Σωματείο. Μετά φύγαμε και πήγαμε επί της οδού Γ’ Σε-πτεμβρίου, μετά στην Πολυτεχνείου 5, απέναντι από το Πολυτεχνείο, είναι ένα μι-κρό δρομάκι. Στον σεισμό του 1981 έπαθε πολλές ζημιές, φύγαμε και πήγαμε Πα-τησίων και Φωκίωνος Νέγρη γωνία, που στον πρώτο όροφο στεγαζόταν ο Νέος Κύκλος Κωνσταντινουπολιτών. Εμείς στεγαστήκαμε στον δεύτερο όροφο. Το καλοκαίρι του 1982 τέθηκαν τα θεμέλια του μεγαλοπρεπούς μεγάρου του Πνευμα-τικού Κέντρου Κωνσταντινουπολιτών, στους Αμπελόκηπους, Δημ. Σούτσου 46.

    Από το 1989 βρισκόμαστε σε αυτό το μέγαρο, το οποίο ανήκει εξ αδιαιρέτου στα δύο Σωματεία, στον Νέο Κύκλο Κωνσταντινουπολιτών και στο Σωματείο Ελλήνων Υπηκόων Απελαθέντων εκ Τουρκίας.


Διονύσιος Στεφ. Αγγελόπουλος

Πρόεδρος του Σωματείου Ελλήνων Υπηκόων

Απελαθέντων εκ Τουρκίας