Η Πόλη μας

Το όνομα μας και η καταγωγή μας...

Είμαστε Κωνσταντινουπολίτες, επειδή προερχόμαστε από την Κωνσταντινούπολη, την άλλοτε «Βασιλίδα των Πόλεων»!

Που ήταν η θρυλική η Πόλη, η άλλοτε πρωτεύουσα της περίπου χιλιόχρονης Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, όσο όμως και της μετέπειτα Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.  Και η οποία από την εποχή του Κεμάλ Ατατούρκ καθιερώθηκε να φέρει την νέα πλέον ονομασία της, της Istanbul (Ιστανμπούλ - που προέρχεται από την ελληνική φράση: «Εις την Πόλιν»).

Το όνομα της, η Κωνσταντινούπολη, το πήρε από το όνομα του άλλοτε Ιδρυτή της, του κοσμοκράτορα Μεγάλου Κωνσταντίνου! Ο οποίος, το έτος 330 μ.Χ. την εγκαινίασε ως την νέα του πρωτεύσουσα, δηλαδή ως την Νέα Ρώμη και έδρα ολόκληρης τότε της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.  


Τα χερσαία τείχη του Βυζαντίου

Και την εγκαινίασε, ανανεωμένη εκ βάθρων πλέον, στο σημείο ακριβώς που βρισκότανε τότε η κτισμένη από το 657 π.Χ. αρχαία Ελληνική πόλη του Βυζαντίου, εκεί στην Προποντίδα, μεταξύ Βοσπόρου και Κερατείου Κόλπου, στο στρατηγικό πέρασμα πάντοτε μεταξύ Ανατολής και Δύσης!

Το δε όνομα της, ως Βυζάντιο, το είχε πάρει άλλοτε η πόλη εκείνη από το όνομα του αρχηγού των Ελλήνων Μεγαρέων αποίκων που την είχαν κτίσει και ο οποίος ονομαζότανε Βύζας.

Ελληνογενείς πληθυσμοί...

Αυτή λοιπόν την ιστορική πόλη (το Βυζάντιο, που μετονομάσθηκε σε Κωνσταντινούπολη) την κατοικούσαν ανέκαθεν, από εκατοντάδων ήδη χρόνων, Ελληνογενείς – ελληνόφωνοι και ελληνοπαίδευτοι – κάτοικοι.  Ήταν δε οι κάτοικοι αυτοί από την ίδια περίπου πληθυσμιακή συγκρότηση, που υπήρχε και σε όλες σχεδόν τις υπόλοιπες πόλεις και περιοχές του Ανατολικού Τμήματος της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, στο οποίο ήταν πλατειά διαδεδομένη πάντοτε η Ελληνική Γλώσσα και η Παιδεία, ήδη από την εποχή ακόμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου, αλλά και πολύ νωρίτερα εφ’ όσον σ’ αυτές τις περιοχές είχε ανθήσει η μοναδική στον κόσμο αρχαία ελληνική φιλοσοφία και η ποίηση και οι τέχνες και ο υψηλότερος στον κόσμο πολιτισμός :  ο Αρχαίος Ελληνικός Πολιτισμός!  



Κωνσταντινούπολη


Ωστόσο, μετά την επικράτηση του Χριστιανισμού, οι Ελληνογενείς αυτοί πληθυσμοί δεν ονομάζονταν πλέον «Έλληνες» αλλά Ρωμαίοι.  Αυτό δε ωφείλετο, αφ’ ενός στο ότι ήσαν υπήκοοι της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, αφ’ ετέρου όμως και στο ότι, κατά την Χριστιανική πάντοτε αντίληψη, η αρχαία Ελληνική θρησκεία ήταν ειδωλολατρική.

Αυτή δε ακριβώς την ονομασία (στην Τουρκική γλώσσα: Rum) έδιναν πολύ αργότερα και οι Τούρκοι (Σελτζούκοι, Οθωμανοί κ.α.) στους κατοίκους των εδαφών του παρακμάζοντος τότε Βυζαντινού Κράτους, όταν είχαν αρχίσει πλέον να τα καταλαμβάνουν (προ παντός από το έτος 1071 μ.Χ. και αργότερα).

Όμως, από αυτή και πάλι την ονομασία των Βυζαντινών, ως Ρωμαίων, προέκυψεν επίσης και το όνομα των Νεοελλήνων, ως Ρωμηών, αλλά και η συνταύτιση επί πλέον, της έννοιας τουΕλληνισμού, με την έννοια της πολυτραγουδισμένης πάντοτε Ρωμηοσύνης.  




Με κατάφορη παραβίαση!

Στην σημερινή όμως την Πόλη, αλλά και σ’ολόκληρη την Τουρκία, είναι σχεδόν ανύπαρκτοι πλέον οι Ελληνικοί πληθυσμοί... Διότι τους έχουν σχεδόν όλους, εξοντώσει, εκδιώξει, εξοβελίσει... οι κατά καιρούς Τουρκικές Κυβερνήσεις, τόσον κατά την προ-Κεμαλική, όσον όμως προ πάντος και κατά την μετά-Κεμαλική περίοδο.

Και το έκαναν αυτό, οι μετά-Κεμαλικές Κυβερνήσεις, με κατάφορη, επί πλέον παραβίαση και της Συνθήκης της Λωζάνης (που ισχύει από το 1923)!…

Μετά τους «Βανδαλισμούς»…

Τα μέλη των Σωματείων μας, προέρχονται, κατά κύριο λόγο, από τους Κωνσταντινουπολίτες εκείνους που έχουν έλθει στην Ελλάδα από την εποχή των «Βανδαλισμών» της 6ης Σεπτεμβρίου 1955 και αργότερα...

Οι περισσότεροι, δε, από αυτούς, κατά την βίαιη απομάκρυνση τους, είχαν υποχρεωθεί να εγκαταλείψουν και εργασίες και επιχειρήσεις και κατοικίες και πάρα πολλά περιουσιακά στοιχεία, που τα κατακρατούν πάντοτε οι Τούρκοι!!! (Πολύ περισσότερες πληροφορίες θα βρείτε στις σελίδες των δύο Σωματείων).


Εθναρχία και παλμός!  

Εξελίχθηκε δε, στην διαδρομή πολλών αιώνων, η Κωνσταντινούπολη, σε ένα κέντρο αναφοράς ολοκλήρου πλέον του Μεσαιωνικού Ελληνισμού! Και απηχούσε και συγκέντρωνε και διέχεε, ολόκληρο τότε τον παλμό του Ελληνικού Γένους.  Και αργότερα, στην εποχή πλέον της Τουρκοκρατίας εξελίσσεται, η Πόλη, σε μιά Θρησκευτική, αλλά και Πνευματική επιπλέον, Εστία του Ελληνισμού!  Επίκεντρο του, ήταν πάντοτε το Οικουμενικό Πατριαρχείον με τον πολύπλευρο αλλά και πολυσήμαντο ρόλο του, τον θρησκευτικό, όσο όμως και τον πνευματικό!  

Ο Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, Νέας Ρώμης και Οικουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαίος Α΄

Οι ελάχιστοι όμως τώρα Ομογενείς που υπάρχουν ακόμα στην Κωνσταντινούπολη και μετριούνται σε λιγότερες από 2000 ψυχές, αποτελούν τα τελευταία πλέον υπολείμματα της άλλοτε ανθηρότατης και πολυπληθούς Ελληνικής (Ρωμαίικης) Μειονότητας, η οποία στο παρελθόν αριθμούσε πολλές εκατοντάδες χιλιάδες ψυχές.

 Όμως, χρόνο με τον χρόνο, όπως αναφέραμε και νωρίτερα, μετά δε από οικονομικές ή και άλλης μορφής σε βάρος τους καταπιέσεις – ακόμα μετά και από σφαγές! – όλο και περισσότερο λιγόστευαν...

Αποτελούσαν στήριγμα!

Πρέπει όμως να λεχθεί, επί πλέον, και ότι :

Σε όλη την μακρότατη, εξ άλλου, περίοδο της Τουρκοκρατίας (δηλαδή από το 1453 και μετά) ο Ελληνισμός (το Ρωμαίικο στοιχείο), παρ’ όλες τις κατά καιρούς καταπιέσεις σε βάρος του – μεταξύ των οποίων και το «παιδομάζωμα» των Ελληνοπαίδων για την επάνδρωση του στρατού των Γενιτσάρων! – αλλά και τους τόσους άλλους επίσης διωγμούς, δεν έπαυε ωστόσο να λειτουργεί σαν ένα πολύ μεγάλο οικονομικόδιπλωματικό αλλά και επιστημονικό επί πλέον στήριγμα ολόκληρης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας!  


Ο Πατριαρχικός Ναός του Αγίου Γεωργίου στο Φανάρι


Με τους Ικανότατους ναυτικούς και εμπόρους του, με τους Μεγάλους Διερμηνείς της Υψηλής Πύλης (που επείχαν θέσεις περίπου ατύπων Υπουργών των Εξωτερικών) με τους ονομαστούς επίσης ιατρούς και άλλους επιστήμονες, ακόμη δε και με τους τραπεζίτες (που κάποτε εδάνειζαν... μέχρι και σε κραταιότατους Σουλτάνους!) εκαρπούντο εξαιρετικά μεγάλα οφέλη, η Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Ο Βυζαντινός Ελληνισμός!

Σχετικά με την Βυζαντινή Αυτοκρατορία, εξ άλλου, μπορεί – και πρέπει – να λεχθεί, ότι ήταν ένα Ρωμαϊκού τύπου Χριστιανικό όμως Κράτος, που δεν έπαυε ωστόσο να «ανήκει» στο Ελληνικό κατά κύριο λόγο το Έθνος, σύμφωνα και με τον ορισμό του Γερμανού Βυζαντινολόγου Αύγουστου Χάϊζενμπεργκ – βλ. και Ελ. Αρβελέρ: «Η πολιτική ιδεολογία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας».

Εκαλλιέργησε δε σε πολύ μεγάλο βαθμό την μοναδικής σπουδαιότητος ελληνική παιδεία και γλώσσα, στην οποία, σε παλαιότερες εποχές, είχε διατυπωθεί και η διδασκαλία του Ιησού Χριστού, ενώ ενωρίτερα, τον 3ο αιώνα π.Χ. στην Αλεξανδρινή περίοδο, είχε μεταφρασθεί και η Παλαιά Διαθήκη, για τους Ελληνοπαίδευτους τότε Εβραίους.

Πρότυπο Αναγέννησης

Μπορεί, ωστόσο να λεχθεί επίσης ότι το Βυζάντιο είναι εκείνο που μας δημιουργεί μια πρόσβαση και προς την εποχή ακόμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου, ο οποίος, εκτός πολλών άλλων, συνετέλεσε στην παγκοσμιοποίηση της γλώσσας της Ελληνικής, αλλά και στην διάδοση, ανά τον τότε γνωστό κόσμο, του πριν από αυτόν Κλασικού Ελληνικού Πολιτισμού, του πολιτισμού μάλιστα ο οποίος ως πρότυπο της Αναγέννησης, επηρέασε και τον σύγχρονο πολιτισμό της Ευρώπης – ενώ τις αρχές και τα ιδανικά του τα έχουν ενστερνισθεί, τουλάχιστον θεωρητικά, όλοι οι πολιτισμένοι λαοί (βλ. Σύνταγμα ΗΠΑ, καταστατικό ΟΗΕ, αλλά και ιδεώδη Ολυμπιακών Αγώνων).

Σε όλες δε, αυτές τις εποχές, όλες οι περιοχές της Μικράς Ασίας και της Θράκης αλλά και πολλές άλλες περιοχές του τότε γνωστού κόσμου, έβριθαν από Έλληνες ή Ελληνόφωνουςκατοίκους...  


Η ιστορική Άγια Σοφιά - Ο Ιερός Ναός της του Θεού Αγίας Σοφίας - στη σημερινή του μορφή

Ένα χρυσό «περίαπτο»…

Είναι δε ιδιαίτερα χαρακτηριστικό το ότι, την εποχή ακριβώς που ο Μέγας Κωνσταντίνος ίδρυε το Βυζάντιο, κυκλοφόρησε και ένα χρυσό περίαπτο (μενταγιόν) που τον έδειχνε αδελφωμένο και με τον Μεγάλο Αλέξανδρο, σαν να ήταν, τόπον τινά, ο διάδοχος του.  Η δε αυτοκρατορία του, συνέχεια και της Αυτοκρατορίας του Αλεξάνδρου...

Προφανώς ήθελε να δείξει ο Κωνσταντίνος ότι θα «εγεφύρωνε» και την απόσταση που εχώριζε την εποχή του από τον Κλασικό Ελληνισμό – τον οποίο ο Αλέξανδρος είχε διαδώσει μέχρι και τηνΚεντρική ακόμα Ασία (βλ. «The Times Atlas of World History» pg. 198), την κοιτίδα μάλιστα και όλων των ανά τον κόσμο Τουρκικών λαών.

Η Κωνσταντινούπολη, ωστόσο, είχε επίσης και το πλεονέκτημα ότι είναι και η Έδρα, η θρησκευτική, του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ως Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως και Νέας Ρώμης – που αποτελεί το Κέντρο της Ορθοδοξίας σ’ ολόκληρο των κόσμο!

Από το 38 μ.Χ.

Αποτελεί δε το Οικουμενικό Πατριαρχείο και την συνέχεια της Εκκλησίας, την οποία, το έτος 38 μ.Χ. είχε ιδρύσει στο Βυζάντιο, ο Άγιος Απόστολος Ανδρέας, ο Πρωτόκλητος μαθητής του Ιησού Χριστού – που ήταν και ο πρωτότοκος αδελφός του Αγίου Αποστόλου Πέτρου, Ιδρυτού της Εκκλησίας της Ρώμης! (ταυτόχρονα περίπου).

Στα πλαίσια, λοιπόν, αυτής πάντοτε της ιστορικής συνέχειας, ο σημερινός Οικουμενικός Πατριάρχη Βαρθολομαίος ο Α΄ είναι και ο 268ος  Αρχιεπίσκοπος της Εκκλησίας του Βυζαντίου – και ο ισάριθμος, επίσης εκ των διαδόχων του Αποστόλου Ανδρέου του Πρωτοκλήτου!

Η Θεολογική Σχολή της Χάλκης...

Πρέπει όμως να πούμε στο σημείο αυτό, ότι ήδη από το έτος 1844, το κυριώτερο Πανεπιστημιακού επιπέδου Εκπαιδευτήριο που διέθετε το Οικουμενικό Πατριαρχείο για την θεολογική κατάρτιση του Κλήρου του είναι η περιώνυμη Θεολογική Σχολή της Χάλκης, ενός νησιού του συμπλέγματος των Πριγκηποννήσων στην Θάλασσα του Μαρμαρά, σε μικρή μάλλον απόσταση από το Φανάρι – την έδρα του Πατριαρχείου.

  

Η Ιερά Θεολογική Σχολή Χάλκης


Την λειτουργία του εκπαιδευτηρίου αυτού, οι Τουρκικές Αρχές την έχουν πλέον απαγορεύσει, με την αιτιολογία ότι δεν εντάσσεται στους σημερινούς κανόνες λειτουργίας των Πανεπιστημίων στην Τουρκία.

Η Θεολογική Σχολή της Χάλκης, ωστόσο ως καθαρά Θρησκευτικό - Εκκλησιαστικό Εκπαιδευτήριο, έχει τον δικό της μοναστηριακό τρόπο λειτουργίας, ο οποίος δεν μπορεί να ενταχθεί σε κανόνες λειτουργίας των μη Εκκλησιαστικού χαρακτήρος Πανεπιστημίων, όσο άρτια και αν αυτά λειτουργούν...

Το αίτημα, λοιπόν, τώρα, που ήδη έχει υιοθετηθεί και από ελεύθερα σκεπτόμενους ανθρώπους, σε ολόκληρο μάλιστα τον κόσμο – ιδιαίτερα δε και στις ΗΠΑ! – είναι να επιτρέψουν πλέον, οι Τουρκικές Αρχές, έστω και με μεγάλη καθυστέρηση, τον πατροπαράδοτο μέχρι και σήμερα τρόπο της λειτουργίας της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης, όπως ακριβώς συνέβαινε κατά το πρόσφατο παρελθόν.